27/05/2015
27 Μαΐου- ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΣΚΛΗΡΥΝΣΗΣ ΚΑΤΑ ΠΛΑΚΑΣ-ΠΟΛΛΑΠΛΗΣ ΣΚΛΗΡΥΝΣΗΣ
Η Παγκόσμια Ημέρα για τη Σκλήρυνση κατά Πλάκας (ΣΚΠ) – Πολλαπλή Σκλήρυνση (ΠΣ) που θεσπίστηκε το 2009 από τη Διεθνή Ομοσπονδία Ατόμων με Πολλαπλή Σκλήρυνση, Multiple Sclerosis International Federation (MSIF) αποτελεί τη μόνη παγκόσμια εκστρατεία ευαισθητοποίησης για την ΣΚΠ – ΠΣ. Εορτάζεται κάθε χρόνο την τελευταία Τετάρτη του Μαΐου, με συντονισμένες εκδηλώσεις του κινήματος για τη ΣΚΠ – ΠΣ, σε περισσότερες από 60 χώρες ανά τον κόσμο, με στόχο την ευρύτερη ενημέρωση του κοινού για τη νόσο, καθώς και για το πώς οι επιπτώσεις της επηρεάζουν τις ζωές περισσοτέρων από δύο εκατομμύρια ανθρώπων που πάσχουν από αυτή παγκοσμίως.
 
Στόχος της είναι η ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού και των αρμόδιων κρατικών οργάνων για τη χρόνια αυτή πάθηση του κεντρικού νευρικού συστήματος, και τις επιπτώσεις της στην καθημερινότητα των πασχόντων, αλλά και των οικογενειών τους.

Στην Σκλήρυνση κατά Πλάκας – Πολλαπλή Σκλήρυνση, το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στη μυελίνη του κεντρικού νευρικού συστήματος, δηλαδή τη στοιβάδα, που περιβάλλει και προστατεύει τις νευρικές ίνες, που ευθύνονται για τη μετάδοση σημάτων σε άλλα μέρη του οργανισμού. Όταν η μυελίνη φθαρεί ή καταστραφεί τα νευρικά ερεθίσματα επιβραδύνονται ή δεν μεταδίδονται και καθόλου. Η καταστροφή της μυελίνης μπορεί να προσβάλει τόσο τα κινητικά όσο και τα αισθητικά νεύρα του κεντρικού νευρικού συστήματος και έτσι μπορεί να επιδράσει στην κίνηση, στην αφή ή στις άλλες αισθήσεις.

Από την ασθένεια αυτή πλήττονται για πρώτη φορά άνθρωποι ανάμεσα στα 20 και τα 50. Στις γυναίκες η πάθηση εμφανίζεται έως και δύο φορές συχνότερα από ότι στους άνδρες. 

Τα συμπτώματα της νόσου διαφέρουν πολύ από ασθενή σε ασθενή και είναι ανάλογα με τα νεύρα, που έχουν προσβληθεί. Μερικά συμπτώματα είναι: η διπλωπία ή το θάμπωμα στα μάτια, η αδυναμία ή ανικανότητα του ενός ή και των δύο άκρων, η αλλαγή στην αίσθηση των χεριών ή των ποδιών (π.χ. μούδιασμα, που συχνά περιγράφεται “σαν να περπατώ πάνω σε βαμβάκι”), η ζάλη ή η αστάθεια, η δυσανάλογη κούραση, η ανάγκη για συχνή ή επιτακτική ούρηση ή η δυσκολία ούρησης αλλά και άλλα που δεν είναι τόσο εμφανή όπως η κούραση, η εναλλαγή διάθεσης, η απώλεια πρόσφατης μνήμης και η δυσκολία συγκέντρωσης. 

Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακαλυφθεί η οριστική θεραπεία, υπάρχουν όμως φάρμακα, που μειώνουν τη συχνότητα των υποτροπών, θεραπεύουν κάποια συμπτώματά της και επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου. Παρ’ όλη όμως την πρόοδο, που έχει γίνει στη θεραπευτική προσέγγιση της πολλαπλής σκλήρυνσης υπάρχουν ακόμη πολλά που μπορούν να γίνουν. Αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον φάρμακα, που θα έχουν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, θα είναι ασφαλή και θα μπορούν να λαμβάνονται ευκολότερα από τον ασθενή. Κατά συνέπεια, στην πολλαπλή σκλήρυνση υπάρχει ανάγκη για θεραπείες, που χορηγούνται από το στόμα. Μέχρι αυτή τη στιγμή πέντε θεραπείες χορηγούμενες από το στόμα βρίσκονται σε διαφορετικές φάσεις ανάπτυξης ή μόλις έχουν εγκριθεί για την αντιμετώπιση της υποτροπιάζουσας πολλαπλής σκλήρυνσης. Μία από αυτές η φινγκολιμόδη έχει εγκριθεί το Σεπτέμβριο του 2010 από το FDA, το Μάρτιο του 2011 από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων και σύντομα, θα πάρει τιμή και στη χώρα μας. Η συγκεκριμένη ουσία πήρε έγκριση για ασθενείς με υποτροπιάζουσες μορφές σκλήρυνσης κατά πλάκας, τόσο για τη μείωση της συχνότητας των υποτροπών, όσο και για την καθυστέρηση της εξέλιξης της αναπηρίας. 
 
Η έγκαιρη διάγνωση έχει μεγάλη σημασία, γι' αυτό, αν κάποιος έχει θόλωση στην όραση, διπλωπία, μούδιασμα στο χέρι ή το πόδι, που διαρκεί πάνω από 48 ώρες θα πρέπει να επισκεφτεί τον νευρολόγο για να επιβεβαιωθεί με εξετάσεις αν πάσχει από Σκλήρυνση κατά πλάκας ή από κάτι άλλο. Η ασθένεια δεν είναι ιάσιμη, αλλά οι θεραπείες που υπάρχουν τα τελευταία χρόνια επιβραδύνουν την εξέλιξή της.
 
Σήμερα 2,5 εκατομμύρια άνθρωποι σ' όλο τον κόσμο πάσχουν από Σκλήρυνση κατά πλάκας, ενώ στην Ελλάδα ο αριθμός των πασχόντων ανέρχεται στις 12.000. Πριν από 30 χρόνια, η συχνότητα εμφάνισης της νόσου ήταν 30/100.000, ενώ σήμερα είναι 130/100.000. Η αύξηση αυτή οφείλεται, σύμφωνα με τους ειδικούς, αφενός στην αύξηση της τοξικότητας του περιβάλλοντος και αφετέρου στην ευκολία διάγνωσής της με τη χρήση τομογράφου.